Στον παρόντα χρόνο λόγω της  «επερχόμενης κρίσης στη Γερμανία», όπου η βιομηχανική της παραγωγή υποχωρεί κατα 7% , επιβάλλεται να τονιστούν τα παρακάτω ως προς τα αρνητικά επιτόκια σε αναφορά με το εν γένει τραπεζικό σύστημα.

Η ιστορία των τραπεζών
Ασφαλώς μια δημοσιονομική κρίση ή μια κρίση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα δημιουργεί άμεσα αντανακλάσεις τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία. Επειδή δε, το χρηματοπιστωτικό σύστημα προϋποθέτει τα Πιστωτικά Ιδρύματα να λειτουργούν στο πλαίσιο της αποστολής τους τόσο για την πίστη όσο και για την ανάπτυξη της οικονομίας και συνεπώς της κοινωνίας, το παρόν κείμενο επιδιώκει να συμβάλει στο δημόσιο λόγο με τα παρακάτω, αφού προταχθεί μια σύντομη ιστορική καταγραφή της αποστολής της τράπεζας ως κοινωνικοοικονομικού αλλά (δεν είναι υπερβολικός ο όροφος) και «πολιτιστικού» φαινομένου. Και τούτο γιατί από τότε που ο πολιτισμός του ανθρώπου «πέρασε» από την εμπράγματη οικονομία (δηλαδή από την ανταλλαγή πράγματος με άλλο πράγμα), στην «οικονομία του χρήματος» και μετέπειτα του «νομίσματος» (αναγκαστική κυκλοφορία), οι τράπεζες ήταν το σημείο αναφοράς και ο μοχλός ανάπτυξης της οικονομίας. Με τούτη την προδιάθεση υπ’ όψιν τα εξής:

Ο όρος «τράπεζα»
Ο όρος «τράπεζα» ιστορικώς προέρχεται από το έπιπλο «τράπεζα-τραπέζι-πάγκο» όπου πίσω του στέκονταν οι «νομισματαλλάκτες», οι «αργυραμοιβοί».
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες η τράπεζα εκφράζεται με τον ίδιο όρο «τράπεζα-τραπέζι»: «Bank», «Banque», «Banca». Ωστόσο:
Οι πρώτες τράπεζες δημιουργήθηκαν κατά τον 8ο και 7ο π.Χ.(!) αιώνα από τους Ασσύριους, Βαβυλώνιους και Αιγύπτιους. Οι τράπεζες αυτές εξέδιδαν συναλλαγματικές και αποδείξεις σε μικρούς δίσκους πάνω στους οποίους ήταν «χαραγμένα» δάνεια με ενέχυρο ή (και) υποθήκη και ο τόκος που είχε «συμφωνηθεί».

Στην αρχαία Ελλάδα, ως πρώτες τράπεζες χρησίμευσαν οι Ναοί τους οποίους σέβονταν και οι κατακτητές ακόμη! Περίφημοι υπήρξαν οι Ναοί των Δελφών, της Ολυμπίας και της Δήλου, στους οποίους εναπόθεταν τεράστια ποσά όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και οι παρεπιδημούντες στην Ελλάδα. Στις Ιωνικές πόλεις Μίλητο, Σμύρνη, Έφεσο, οι αργυραμοιβοί διεξήγαγαν τραπεζικές εργασίες, ενώ η τραπεζική τέχνη μετά τους Μηδικούς Πολέμους μεταφέρθηκε από την Κόρινθο στην Αθήνα. Οι πρώτοι τραπεζίτες των Αθηνών ήσαν νομισματαλλάκτες. Αργότερα οι νομισματαλλάκτες δέχονταν καταθέσεις ιδιωτών, προς τους οποίους δεν έδιναν καν αποδείξεις, γιατί έχαιραν τέτοιας φήμης και εκτίμησης για την εντιμότητά τους, ώστε οι πελάτες τους αρκούνταν στο λόγο τους και μόνον! Αντιθέτως οι τραπεζίτες έπαιρναν έγγραφη απόδειξη ή γραμμάτια για τις χορηγούμενες πιστώσεις προς τους πελάτες τους, που πολλές φορές τις πωλούσαν σε άλλους ή διενεργούσαν μεταφορές από λογαριασμό σε λογαριασμό, μεταξύ των πελατών τους.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι τραπεζίτες διενεργούσαν τις ίδιες εργασίες και απολάμβαναν μεγάλων τιμών -ενώ ιστορικώς είναι βέβαιον ότι η τραπεζική τέχνη «μεταδόθηκε» από την Αθήνα στην Ρώμη.
Όταν επήλθε το βαρβαρικό κύμα μετά τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, επακολούθησε περίοδος πολέμων και οι τράπεζες περιέπεσαν σε παρακμή, (γιατί η πίστη αναπτύσσεται μόνο σε ειρήνη), για να εμφανισθούν και πάλι κατά τον μεσαίωνα. Στον προκαπιταλιστικό πολιτισμό η πρώτη τράπεζα που ιδρύθηκε ήταν η τράπεζα της Βενετίας το 1157 (που επανιδρύθηκε το 1756). Επακολούθησε η τράπεζα του Αμβούργου το 1719. Όμως η «σύγχρονη» τραπεζική τέχνη έχει τη «βάση της» στις τράπεζες της Αγγλίας και στους πρώτους Άγγλους τραπεζίτες, τους χρυσοχόους, με πρωταίτιους τους Λομβάρδους -εξού και η Lombard Street.

Στην Ελλάδα η πρώτη τράπεζα, που ιδρύθηκε είναι η Ιονική με έδρα το Λονδίνο το 1839 και δυο έτη αργότερα η Εθνική και η Εμπορική. Στην Εθνική παραχωρήθηκε από το Κράτος κατά το ίδιο έτος της ίδρυσης της (1841) και το προνόμιο της έκδοσης των τραπεζογραμματίων. Τούτο ίσχυε μέχρι το 1928, οπότε το προνόμιο έκδοσης των τραπεζογραμματίων μεταβιβάσθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος, που ιδρύθηκε ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό. Το 1927 ιδρύθηκε η Κτηματική Τράπεζα και το 1929 η Αγροτική Τράπεζα.

Περιττό δε να γίνει αναφορά ότι στον παρόντα χρόνο η Τράπεζα της Ελλάδος, είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η ελληνική οικονομία και συνεπώς το εγχώριο τραπεζικό σύστημα υπόκειται στο ευρωσύστημα και γενικότερα η εθνική οικονομία υπόκειται στους κανόνες των ενωσιακών νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών.

Οι πάγιες αρχές
Οι τράπεζες και το εν γένει πιστωτικό σύστημα που ενδιαφέρει την κοινωνία (φυσικά πρόσωπα και μικρομεσαίες επιχειρήσεις) αφορά κυρίως στη λεγόμενη «λιανική πολιτική» (retailbanking). Σε σχέση με τα προαναφερόμενα και ανεξαρτήτως του ιστορικού βάθους της λειτουργίας των τραπεζών και της δημιουργίας διαρκώς νέων προϊόντων, η έννοια της τραπεζικής πολιτικής διέπεται από τρεις αδιαπραγμάτευτες αρχές: α) από την αρχή της ρευστότητας, β) από την αρχή της ασφάλειας και γ) από την αρχή της αποδοτικότητας. Συνεπώς η τραπεζική επιχείρηση: α) με βάση την αρχή της ρευστότητας πρέπει να ανταποκρίνεται στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της σε κάθε δεδομένη στιγμή, β) με βάση την αρχή της ασφάλειας θα πρέπει να διαθέτει τις εγγυήσεις για την εξασφάλιση του ποσού της πίστωσης και γ) με βάση την αρχή της αποδοτικότητας θα πρέπει να λειτουργεί με το κριτήριο της θεμελιώδους οικονομικής αρχής, της επίτευξης δηλαδή του μεγαλύτερου οικονομικού αποτελέσματος με τις μικρότερες οικονομικές θυσίες.

Απαιτούνται κεφάλαια
Η πρόσφατη  μνημονιακή  κρίση ,η οποία λόγω ισχύος των νομοθετημάτων που την αφορούν, εξακολουθεί να υφίσταται, και τούτο παρά τη λήξη των δανειακών συμβάσεω.  Υποχρέωσε δε τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες  να υποβάλουν σχέδια στον Single Supervisory Mechanism (SSM) για να μειωθούν τα NPEs (Non-Performing Exposures) περίπου στο 60% μέχρι το τέλος του 2021. Σε κάθε περίπτωση όμως για να είναι λυσιτελής η μείωση των NPEs απαιτούνται κεφάλαια. Προς την κατεύθυνση δε αυτή προϋπολογίζεται ότι θα απαιτηθούν συνολικώς περί τα 6 δισεκ. ευρώ. 

Πάντως είναι σαφές οτι ,και όταν ακόμη παρατηρείται πίεση των τραπεζικών μετοχών, η  ένταση του Χρηματιστηρίου αφορά και «κερδοσκοπικά παιγνίδια». όπως προκύπτει απο προσεκτικές εκτιμήσεις στις  εκθέσεις Οίκων και αναφέρομαι στην HSBC, στην Goldman Sachs και στην Morgan Stanley, αν και κατά κανόνα οι Οίκοι αυτοί ασκούν ιδιαιτέρως αυστηρή κριτική στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση δε, δεν πρέπει να παραλείπεται ότι οι πάντες τελούν υπό τη στενή παρακολούθηση του SSM που αφορά «Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό» ο οποίος συστάθηκε επί τούτω με τον Κανονισμό 1024/2013 του Συμβουλίου.

Ανεξαρτήτως όμως των προαναφερομένων, προσφάτως τα αρνητικά επιτόκια  δανεισμού των κρατών και ιδίως αυτών που ανήκουν στην ευρωζώνη, αιφνιδίασαν πολλούς. Και τούτο γιατί  οι επενδυτές δεν αναζητούν κέρδος , αλλά ασφάλεια ύπαρξης του χρήματος τους , εφόσον το εμπιστεύονται σε κρατικές οντότητες και κυρίως των κρατών-μελών που διέπονται απο το ευρωσύστημα. Τούτων όλων δοθέντων, ακόμη και αν καθεαυτά τα αρνητικά επιτόκια δεν καθιερωθούν απο το τραπεζικό σύστημα λόγω προσέλκυσης καταθέσεων, ως αρνητική πρόσοδος του χρήματος, μας προσανατολίζουν στην επερχόμη κρίση που δεν θα αφορά απλώς στασιμότητα , αλλά  ύφεση...


————-
   * ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC-EU).

Πέτρος Μηλιαράκηςοικονομίατραπεζες