Πάει  ένας Ανωγειανός στο Παρίσι για δουλειές , κάνει τις δουλειές του, γυρίζει πίσω, πάει στο καφενείο κι αρχίζουν τα πειράγματα οι συγχωριανοί του .


"Εσυ μωρέ που πήγες στο Παρίσι, θα πέρασες καλά. Μάθαμε πως οι Γαλλίδες είναι πολύ όμορφες γυναίκες και σεξοβόμβες."
"Ήντα μωρέ όμορφες μου λέτε; Έξυπνες μωρέ, έξυπνες να δείτε!"
"Καλά μωρέ, εσυ δεν ξέρεις γρι Γαλλικά , πως διάολο εκατάλαβες πως είναι έξυπνες;"


"Χμ, μια μέρα που περπάταγα στο δρόμο, βλέπω μια πανέμορφη καλλονή. Βγάζω ένα μπλοκάκι με το στυλό μου και της ζωγραφίζω δυο φλυτζάνια. Κι αμέσως το κατάλαβε πως της κάνω πρόσκληση για καφέ. Κάτσαμε σε μια καφετέρια. Πέρασε αρκετή ωρα , οπότε ξαναβγάζω το μπλοκάκι , και της ζωγραφίζω ένα τραπέζι και κάτι μαχαιροπίρουνα. Κι αμέσως το κατάλαβε πως της κάνω πρόσκληση για φαγητό. Πήγαμε σ' ένα εστιατόριο, φάγαμε, ήπιαμε, πέρασε η μέρα , οπότε ξαναβγάζω το μπλοκάκι και της ζωγραφίζω δυο ανθρωπάκια που χορεύανε. Κι αμέσως το κατάλαβε πως της κάνω πρόσκληση για χορό . Πήγαμε σ' ένα κέντρο, χορέψαμε, ξαναχόρεψαμε, ήπιαμε και τα σχετικά μας, περάσαμε καλά!Κάποια στιγμή μου ζητά το μπλοκάκι και μου ζωγραφίζει ένα κρεβάτι. Ω του διαόλου το πράμα, πέρα θωρώ και λέω το, πού διάολο το κατάλαβε πως είμαι ξυλουργός;"

ανέκδοτοχιούμοραστεία